Πήγε σ' ένα χαμόσπιτο το ρεύμα για να κόψει... κι είδε τον τρόμο αζωντανό στων κοπελιών την όψη......Ο Δεητζής εκόμπιασε στην πόρτα εκοντοστάθει...το φως από τα μάθια του για μια στιγμή εχάθει.....Ποιος είμαι 'γω εσκέφτηκε που πρέπει να τηρήσω... άδικους νόμους και το φως των κοπελιών να σβήσω ......Είπε στο συνεργείο του πράμα να μην πειράξει... ήπιε νερό και πλύθηκε μη δουν πως έχει κλαψει.......(ΣΙΜΙΣΑΚΟΓΙΩΡΓΗΣ)
ΛΕΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΗΣ Ο ΣΑΡΡΗΣ..... Εγωισμέ.... σε 'πόβγαλα.... μα σε γυρεύγω πάλι.... γιατί 'ναι.. η ''ανάγκη'' σου....κι η ''χρεία'' σου....ΜΕΓΑΛΗ.....(ΣΑΡΡΗΣ ΓΙΩΡΓΗΣ) ΚΙ ΑΠΑΝΤΑ Ο ΣΙΜΙΣΑΚΟΓΙΩΡΓΗΣ.... Εγωισμέ μου.. μη θαρρείς.. οτι με κουμαντάρεις..... την αθρωπιά που κουβαλώ... οτι θα μου την πάρεις.....(ΣΙΜΙΣΑΚΟΓΙΩΡΓΗΣ)